καθίκι


καθίκι
[катики] ουσ. о. горшок

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καθίκι" в других словарях:

  • καθίκι — το 1. ουροδοχείο, δοχείο της νύχτας, κατουροκάνατο: Χρησιμοποιούσε καθίκι για να μη βγαίνει τη νύχτα έξω από το δωμάτιό του. 2. βρομάνθρωπος, ρυπαρή ψυχή, κάθαρμα: Να μην ξαναδώ μπροστά μου αυτό το καθίκι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καθίκι — το βλ. καθοίκι …   Dictionary of Greek

  • καθοίκι — και καθίκι και καθήκι, το (Μ καθοίκιν) αγγείο για αφόδευση, δοχείο νυκτός, αγγείο, πάπια νεοελλ. (για πρόσ.) αισχρό άτομο, κάθαρμα, ανυπόληπτο πρόσωπο μσν. στον πληθ. τά καθοίκια τα οικιακά σκεύη. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. καθοίκι < μσν. καθοίκιν <… …   Dictionary of Greek

  • δοχείο — το (AM δοχεῑον Α και δοχήιον) [δέχομαι] σκεύος όπου τοποθετούνται ρευστές κυρίως ουσίες, αγγείο μσν. νεοελλ. αποθήκη τροφίμων σε μοναστήρι νεοελλ. 1. ουροδοχείο, αγγείο 2. «δοχείο πάσης ρυπαρότητος» κακοηθέστατος, λέρα, καθίκι μσν. 1. χτιστός… …   Dictionary of Greek

  • καθίκης — ο [καθίκι] άνθρωπος τιποτένιος …   Dictionary of Greek

  • δοχείο — το 1. σκεύος για τη φύλαξη διάφορων ουσιών: Γυάλινο δοχείο. 2. φρ., «δοχείο νυκτός», ουροδοχείο, καθίκι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ουροδοχείο — το δοχείο για κατούρημα, αλλ. αγγειό, καθίκι, τσουκάλι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)